σαλίγκαρος

και σαλίγγαρος, ο, Ν
1. το σαλιγκάρι
2. συνεκδ. (παλαιότερα) διάδρομος σε σχήμα οστράκου σαλιγκαριού, στον οποίο ασκούνταν και εξετάζονταν οι υποψήφιοι οδηγοί αυτοκινήτων
3. ναυτ. κεντρόφυγος ανεμιστήρας για τον αερισμό τών εσωτερικών χώρων τού πλοίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σαλιγκάρι / σαλιγγάρι + μεγεθ. κατάλ. -ος (πρβλ. μούλαρ-ος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γυμνοσάλιαγκας — και γυμνοσάλιαγκος, ο σαλίγκαρος χωρίς όστρακο …   Dictionary of Greek

  • κάχληκας — ὁ (ΑΜ κάχληξ, Α και κόχλαξ) στρογγυλό λιθάρι τών παραλίων και τών ποταμών, κροκάλα, χαλίκι, βότσαλο, κοχλάδι. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η λ. πιθ. ανάγεται σε ονοματοποιία και συνδέεται με το καχλάζω «βουίζω, κοχλάζω». Η λ. εμφανίζει την κατάλ. ηξ …   Dictionary of Greek

  • Κάσδαγλη, Λίνα — (Κόρινθος 1921 –). Λογοτέχνης. Σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Ασχολείται με την επιμέλεια βιβλίων και, κυρίως, με την παιδική λογοτεχνία. Διετέλεσε υπεύθυνη σύνταξης του περιοδικού Η… …   Dictionary of Greek

  • σαλιγκάρι — σαλιγκάρι, το και σαλίγκαρος, ο κοχλίας, σάλιαγκας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χοχλιός — ο κοχλίας, σαλίγκαρος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.